Η Ελλάδα σπαταλά τον εαυτό της
Η μεγαλύτερη εθνική απώλεια δεν βρίσκεται σε όσα μας λείπουν, αλλά σε όσα χάνουμε στη διαδρομή από την απόφαση στην εφαρμογή.
Του Σωτήρη Γιάκη*
Το 2025 η Ελλάδα κατέγραψε τη μεγαλύτερη πραγματική εβδομάδα εργασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση: 39,6 ώρες, έναντι 35,9 του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Την ίδια στιγμή, η παραγωγικότητα της εργασίας παρέμεινε μόλις στο 54,6% του μέσου όρου της ΕΕ. Το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται μόνο στους δύο αριθμούς. Βρίσκεται στο κενό ανάμεσά τους.
Το ελληνικό πρόβλημα δεν μπορεί, επομένως, να εξηγηθεί ως έλλειψη εργασίας. Το κρίσιμο ερώτημα είναι πόσο αποτελεσματικά μετατρέπουμε την εργασία, τη γνώση και τους πόρους μας σε πραγματική αξία.
Το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται σε διαφορετικά πεδία. Η γνώση δυσκολεύεται να γίνει καινοτομία, το κεφάλαιο επένδυση, ο νόμος πράξη, η πολιτική απόφαση αλλαγή στην καθημερινότητα. Το δημογραφικό, η παιδεία και η Δικαιοσύνη έχουν ασφαλώς τις δικές τους αιτίες. Υπάρχει όμως ένας παράγοντας που επηρεάζει την απόδοση όλων: η θεσμική ικανότητα εφαρμογής.
Είναι η δυνατότητα του κράτους να μετατρέπει νόμους, πόρους και αποφάσεις σε έγκαιρα, μετρήσιμα αποτελέσματα, με σαφή ευθύνη. Δεν είναι η μοναδική αιτία κάθε ελληνικού προβλήματος. Είναι όμως ο πολλαπλασιαστής που καθορίζει πόσο αποτελεσματικά μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τα υπόλοιπα. Ένα ικανό σύστημα αξιοποιεί ακόμη και περιορισμένους πόρους· ένα αδύναμο σπαταλά ακόμη και εξαιρετικές δυνατότητες.
Εκεί βρίσκεται ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής απώλειας. Ένας νόμος περιμένει εγκυκλίους, μια επένδυση συναντά αλληλεπικαλυπτόμενες αρμοδιότητες, μια δημόσια πολιτική περνά από τόσα επίπεδα διοίκησης ώστε στο τέλος η ευθύνη διαχέεται. Και όταν το 89% των ελληνικών επιχειρήσεων θεωρεί το ρυθμιστικό πλαίσιο εμπόδιο στις επενδύσεις, έναντι 69% στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η διοικητική τριβή παύει να είναι τεχνική λεπτομέρεια. Γίνεται αναπτυξιακό κόστος.
Θα ήταν όμως αφελές να πιστεύουμε ότι μια δυσλειτουργία που επιβιώνει επί δεκαετίες παραμένει απλώς ένα οργανωτικό λάθος. Με τον χρόνο δημιουργεί μηχανισμούς, εξαρτήσεις και συμφέροντα που έχουν λόγο να αντιστέκονται στην αλλαγή. Η ασάφεια περιορίζει τη λογοδοσία. Η πολυπλοκότητα δημιουργεί μεσάζοντες. Η καθυστέρηση ευνοεί όποιον διαθέτει πρόσβαση, χρόνο και αντοχή και εξαντλεί εκείνον που δεν τα διαθέτει.
Γι’ αυτό η εφαρμογή είναι δυσκολότερη από την εξαγγελία. Η εξαγγελία δημιουργεί προσδοκίες· η εφαρμογή περιορίζει εξαιρέσεις, αφαιρεί προνόμια και δίνει όνομα στην ευθύνη. Δεν είναι μόνο διοικητική πράξη. Είναι ανακατανομή ισχύος.
Εδώ γεννιέται και ένα μέρος αυτού που συνηθίζουμε να αποκαλούμε «ελληνική νοοτροπία». Οι άνθρωποι έχουν προσωπική ευθύνη, αλλά οι επιλογές τους δεν διαμορφώνονται σε κενό. Αν η γνωριμία αποδίδει περισσότερο από την ικανότητα, η κοινωνία επενδύει στη γνωριμία. Αν η παράβαση δεν έχει κόστος, ο κανόνας χάνει τη δύναμή του. Κάθε σύστημα, μέσα από όσα επιβραβεύει και όσα ανέχεται, διαμορφώνει τις συμπεριφορές που τελικά κυριαρχούν μέσα του.
Έτσι μια διοικητική δυσλειτουργία μετατρέπεται σταδιακά σε κοινωνικό πρόβλημα. Ο νέος που δεν βλέπει καθαρή σχέση ανάμεσα στην αξία και στην πρόοδο αναζητεί αλλού το μέλλον του. Ο επιχειρηματίας ξοδεύει ενέργεια για να διαχειριστεί το σύστημα αντί να δημιουργεί. Ο πολίτης που βλέπει την ευθύνη να εξαφανίζεται παύει να πιστεύει ότι ο κανόνας ισχύει για όλους.
Από εδώ προκύπτει το πραγματικό πολιτικό δίλημμα:
Κράτος ανακοίνωσης ή κράτος αποτελέσματος;
Το πρώτο θεωρεί επιτυχία τον νόμο που ψηφίστηκε, το κονδύλι που εξασφαλίστηκε, το πρόγραμμα που παρουσιάστηκε. Το δεύτερο ρωτά τι άλλαξε, σε πόσο χρόνο, με ποιο κόστος και υπό την ευθύνη ποιου.
Το κράτος της ανακοίνωσης μετρά δραστηριότητα. Το κράτος του αποτελέσματος μετρά αλλαγή.
Αυτό πρέπει να γίνει το τεστ κάθε δημόσιας πολιτικής: τι άλλαξε, σε πόσο χρόνο, με ποιο κόστος και υπό την ευθύνη ποιου;
Δεν χρειαζόμαστε απλώς περισσότερο ή λιγότερο κράτος. Χρειαζόμαστε ικανότερο κράτος: με καθαρούς στόχους, συγκεκριμένη ευθύνη, προθεσμίες, δημόσια μέτρηση της επίδοσης και λογοδοσία όταν η αποτυχία επαναλαμβάνεται.
Η τεχνολογία δεν έχει αξία όταν βάζει μια οθόνη μπροστά στην ίδια παλιά διαδικασία. Έχει αξία όταν την καταργεί. Και η αξιοκρατία δεν είναι ηθικό στολίδι. Είναι τεχνολογία εθνικής ισχύος.
Η παιδεία, ο πολιτισμός και το παράδειγμα αλλάζουν μια κοινωνία σε βάθος χρόνου. Βραχυπρόθεσμα όμως, οι συμπεριφορές αλλάζουν ταχύτερα όταν ο κανόνας είναι σαφής, ο έλεγχος πραγματικός και οι συνέπειες προβλέψιμες.
Η μεταρρύθμιση που αυξάνει την απόδοση όλων των άλλων είναι η θεσμική ικανότητα εφαρμογής: να πάψουμε να χάνουμε όσα διαθέτουμε στη διαδρομή από το «αποφασίσαμε» στο «έγινε».
Αν κλείσουμε αυτή την απόσταση, δεν θα έχουμε λύσει αυτομάτως κάθε πρόβλημα της χώρας.
Θα έχουμε όμως αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο λύνουμε όλα τα υπόλοιπα.
* Ο Σωτήρης Γιάκης είναι χειρουργός οδοντίατρος με εξειδίκευση στην εμφυτευματολογία, την ψηφιακή οδοντιατρική και την αναγεννητική ιατρική. Διδάσκει σε μεταπτυχιακά προγράμματα, συμμετέχει σε ερευνητικά έργα και δραστηριοποιείται στον δημόσιο διάλογο με έμφαση στην καινοτομία, την αποτελεσματικότητα και τις θεσμικές μεταρρυθμίσεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.