Έρευνα ΙΝΕ ΓΣΕΕ : Χρόνος Εργασίας και Εργασιακή Καταπόνηση|| Σταθερή πραγματικότητα για τους εργαζόμενους η υπέρβαση ωραρίου ...




Η υπέρβαση του ωραρίου εργασίας αναδεικνύεται σε σταθερή πραγματικότητα για σημαντικό τμήμα των εργαζομένων.


Ο πρόσθετος χρόνος εργασίας δεν συνοδεύεται συχνά από αντίστοιχη αμοιβή.


Η υπερεργασία, η απλήρωτη πρόσθετη εργασία και η ένταση του φόρτου συνδέονται με αυξημένη εργασιακή καταπόνηση.


Το άγχος, η σωματική επιβάρυνση και η συνολική κόπωση αποτελούν τις συχνότερες επιπτώσεις στην υγεία των εργαζομένων.


Το ΙΝΕ ΓΣΕΕ παρουσιάζει το δεύτερο μέρος των ευρημάτων της μεγάλης πανελλαδικής έρευνας για την εργασία, τις δεξιότητες, τη συνεχιζόμενη επαγγελματική κατάρτιση και την ποιότητα της εργασίας των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε σε δείγμα 6.000 εργαζομένων από όλη τη χώρα, με τηλεφωνικές συνεντεύξεις και στρωματοποιημένη τυχαία δειγματοληψία. Η συλλογή δεδομένων έγινε από 3 Νοεμβρίου έως 9 Δεκεμβρίου 2025 από τις εταιρείες Alco, Metron Analysis και Prorata.

Το πρώτο μέρος της έρευνας κατέγραψε ένα εργασιακό τοπίο όπου η επένδυση στη γνώση και τις δεξιότητες δεν αποτυπώνεται στις θέσεις εργασίας που καταλαμβάνουν οι εργαζόμενοι, ενώ η πρόσβαση στη συνεχιζόμενη κατάρτιση παραμένει προνόμιο των λίγων. Το δεύτερο μέρος μεταφέρει την ανάλυση από τη σχέση δεξιοτήτων και θέσης εργασίας στις πραγματικές συνθήκες άσκησής της. Τα ευρήματα αποτυπώνουν την υπέρβαση του ωραρίου εργασίας χωρίς αντίστοιχη αμοιβή, πίεση χρόνου, σωματική και ψυχική καταπόνηση που συνθέτουν μια εικόνα που αναδεικνύει τα διαρθρωτικά προβλήματα  της αγοράς εργασίας. 


1. Η υπερεργασία ως κανονικότητα: χρόνος εργασίας και υπερωριακή απασχόληση 

Η έρευνα αναδεικνύει ότι η υπέρβαση του κανονικού ωραρίου αποτελεί σημαντική πλευρά της καθημερινής εργασιακής εμπειρίας. Οι επιπλέον ώρες δεν αφορούν μόνο τη διάρκεια της εργασίας αλλά και την αμοιβή της. Τα ευρήματα δείχνουν ότι ένα σημαντικό τμήμα των εργαζομένων εργάζεται πέρα από το ωράριό του, ενώ η υπερεργασία αναδεικνύεται ως διαφοροποιημένη, αλλά οριζόντια διάσταση του συνόλου των επιχειρήσεων και των επιμέρους σχέσεων εργασίας.

Η υπέρβαση του κανονικού ωραρίου αφορά σημαντικό τμήμα των εργαζομένων και δεν συνοδεύεται πάντα από άμεση χρηματική αποζημίωση. Σχεδόν ένας στους τρεις εργαζομένους, 35,5%, δηλώνει ότι εργάζεται πέρα από το κανονικό του ωράριο. Από όσους εργάζονται επιπλέον ώρες, περισσότεροι από τους μισούς, 54,7%, δηλώνουν ότι πληρώνονται για αυτές, ενώ 34,5% δεν πληρώνεται και 8,9% δεν λαμβάνει χρηματική αμοιβή, αλλά άδεια ή ρεπό. Συνολικά, 43,4% δεν λαμβάνει άμεση χρηματική αμοιβή για την πρόσθετη εργασία του. [διαφ. 3, 14]

Η υπέρβαση του κανονικού ωραρίου αυξάνεται όσο μεγαλώνει το μέγεθος της επιχείρησης, ενώ η ένταση των υπερωριών παραμένει υψηλή και στις μεσαίες επιχειρήσεις. Στις επιχειρήσεις έως 9 εργαζομένων, το 32% δηλώνει ότι εργάζεται πέρα από το κανονικό ωράριο τουλάχιστον μερικές φορές, ενώ στις επιχειρήσεις 250 εργαζομένων και άνω το ποσοστό φτάνει το 45,4%. Ωστόσο, μεταξύ όσων απασχολούνται επιπλέον ώρες, το υψηλότερο ποσοστό έντονης υπερωριακής απασχόλησης, δηλαδή 6 και πάνω επιπλέον ώρες την εβδομάδα, καταγράφεται στις επιχειρήσεις 50–249 εργαζομένων, με 35,6%, και στις επιχειρήσεις 10–49 εργαζομένων, με 35,5%. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η υπερεργασία δεν αφορά μόνο τις μεγάλες επιχειρήσεις, αλλά διατρέχει διαφορετικά μεγέθη επιχειρησιακής οργάνωσης. [διαφ. 6, 12]

Η αποζημίωση της υπερωριακής απασχόλησης διαφοροποιείται σημαντικά ανά φύλο. Από τους εργαζομένους που απασχολούνται επιπλέον ώρες, οι άνδρες δηλώνουν συχνότερα ότι πληρώνονται για αυτές, με ποσοστό 58,8%, έναντι 48,9% των γυναικών. Αντίθετα, οι γυναίκες δηλώνουν συχνότερα ότι δεν πληρώνονται για τις επιπλέον ώρες εργασίας, με 41,1%, έναντι 29,9% στους άνδρες. Το εύρημα αποτυπώνει έμφυλη διαφοροποίηση στην οικονομική αναγνώριση της πρόσθετης εργασίας. [διαφ. 15] 


Η μη άμεση χρηματική αποζημίωση των υπερωριών παραμένει υψηλή σε διαφορετικά μεγέθη επιχειρήσεων. Συνολικά, 43,4% των εργαζομένων που απασχολούνται επιπλέον ώρες δηλώνει ότι δεν λαμβάνει άμεση χρηματική αμοιβή, είτε επειδή δεν πληρώνεται είτε επειδή λαμβάνει άδεια ή ρεπό. Το υψηλότερο ποσοστό καταγράφεται στις επιχειρήσεις 10–49 εργαζομένων, με 46,5%, και ακολουθούν οι επιχειρήσεις 250 εργαζομένων και άνω, με 45,3%, καθώς και οι πολύ μικρές επιχειρήσεις έως 9 εργαζομένων, με 44,5%. [διαφ. 18]

Το ποσοστό μη πληρωμής των επιπλέον ωρών είναι υψηλότερο μεταξύ των εργαζομένων που δηλώνουν συχνότερη υπέρβαση του κανονικού ωραρίου Από όσους εργάζονται πολύ συχνά πέρα από το ωράριό τους, σχεδόν ένας στους δύο, 45,6%, δηλώνει ότι δεν πληρώνεται για τις επιπλέον ώρες εργασίας. Το αντίστοιχο ποσοστό είναι 38% για όσους εργάζονται συχνά πέρα από το ωράριο, 33,5% για όσους το κάνουν μερικές φορές και 31,8% για όσους το κάνουν σπάνια. [διαφ. 20]


2. Παράγοντες εργασιακής επιβάρυνσης και επιπτώσεις στην υγεία.

Η έρευνα αποτυπώνει επίσης τη στενή σύνδεση ανάμεσα στον χρόνο εργασίας και την υγεία των εργαζομένων. Τα ευρήματα δείχνουν ότι η ποιότητα της εργασίας δεν αποτυπώνεται μόνο με βάση τον μισθό ή τον χρόνο εργασίας, αλλά και στις σωματικές και ψυχικές επιπτώσεις που οι ίδιοι οι εργαζόμενοι συνδέουν με την εργασία τους.

Η εργασιακή καταπόνηση εμφανίζεται ως ευρύ φαινόμενο και δεν περιορίζεται σε ακραίες περιπτώσεις. Οι συχνότεροι παράγοντες επιβάρυνσης είναι η ισχυρή πίεση χρόνου ή ο μεγάλος φόρτος εργασίας, που αναφέρεται από το 60,1% των εργαζομένων, και η παρατεταμένη όρθια ή καθιστική στάση, με 58,8%. Ακολουθούν οι επαναλαμβανόμενες σωματικές κινήσεις, με 31,3%, και άλλες αιτίες που προκαλούν εργασιακό άγχος, με 22,2%. [διαφ. 22]

Στους εργαζομένους που εργάζονται 11 και πάνω επιπλέον ώρες την εβδομάδα, το 86,2% δηλώνει πίεση χρόνου ή μεγάλο φόρτο εργασίας, το 80,8% παρατεταμένη όρθια ή καθιστική στάση, το 56,3% εργασία στον ελεύθερο χρόνο και το 49,8% επαναλαμβανόμενες κινήσεις. Το εύρημα δείχνει ότι η υπερεργασία δεν αυξάνει μόνο τη χρονική διάρκεια της εργασίας, αλλά συμβάλει και στην ποιοτική της επιδείνωση. [διαφ. 29]



Η μη αμειβόμενη υπερωριακή εργασία συνδέεται με υψηλότερη ψυχοκοινωνική επιβάρυνση. Οι εργαζόμενοι που δεν αμείβονται για τις επιπλέον ώρες δηλώνουν συχνότερα εργασία στον ελεύθερο χρόνο, 38,4% έναντι 18% όσων αμείβονται, άλλες αιτίες εργασιακού άγχους, 34,3% έναντι 22,1%, περιορισμένη επικοινωνία ή συνεργασία, 25% έναντι 15,5%, και σωματική ή φραστική βία, 17,6% έναντι 9,4%. Η απλήρωτη υπερωριακή εργασία, επομένως, δεν είναι μόνο οικονομικό ζήτημα· συνδέεται με πιο επιβαρυμένες συνθήκες εργασίας. [διαφ. 30] 

Το άγχος αναδεικνύεται στο συχνότερο πρόβλημα υγείας που οι εργαζόμενοι συνδέουν με την εργασία τους, καθώς το 42,1% δηλώνει ότι εμφάνισε ή παρουσίασε επιδείνωση άγχους τους τελευταίους 12 μήνες. Ακολουθούν οι πόνοι σε οστά, αρθρώσεις ή μύες, με 29,4%, οι πονοκέφαλοι ή η κόπωση ματιών, με 28,9%, και η συνολική κόπωση, με 27,3%. [διαφ. 31]

Οι εργαζόμενοι σε μεγάλες επιχειρήσεις, 250 εργαζομένων και άνω, εμφανίζουν υψηλότερα ποσοστά επιδείνωσης σε βασικούς δείκτες υγείας που σχετίζονται με την εργασία. Το άγχος φτάνει το 46,5%, οι πόνοι σε οστά, αρθρώσεις ή μύες το 35,9%, οι πονοκέφαλοι το 39,1% και η συνολική κόπωση το 33%. Αντίθετα, οι πολύ μικρές επιχειρήσεις, έως 9 εργαζομένων, καταγράφουν χαμηλότερα ποσοστά στους περισσότερους δείκτες. [διαφ. 35]

Οι εργαζόμενοι που σκέφτονται πολύ συχνά να αλλάξουν εργασία εμφανίζουν συστηματικά υψηλότερα ποσοστά προβλημάτων υγείας που σχετίζονται με την εργασία. Η μεγαλύτερη απόκλιση καταγράφεται στο άγχος, όπου το ποσοστό φτάνει το 63,3%, έναντι 36,2% για όσους δεν σκέφτονται ποτέ την αλλαγή εργασίας. Υψηλότερα είναι επίσης τα ποσοστά στους πόνους σε οστά, αρθρώσεις ή μύες, 45% έναντι 27%, στους πονοκεφάλους, 42,8% έναντι 23%, αλλά και στη συνολική κόπωση, 37,4% έναντι 21,6%. [διαφ. 37]

Οι εργαζόμενοι που εργάζονται 11 και πάνω επιπλέον ώρες την εβδομάδα εμφανίζουν υψηλότερα ποσοστά επιδείνωσης σε βασικούς δείκτες υγείας. Η μεγαλύτερη απόκλιση καταγράφεται στους πόνους σε οστά, αρθρώσεις ή μύες, όπου το ποσοστό φτάνει το 48,8%, έναντι 30,7% στους εργαζομένους που εργάζονται 1 έως 5 επιπλέον ώρες. Υψηλότερα είναι επίσης τα ποσοστά στο άγχος, 57% έναντι 47,7%, και στη συνολική κόπωση, 45,3% έναντι 29,4%. [διαφ. 38]

Η επιβάρυνση της υγείας αυξάνεται όσο αυξάνεται ο εβδομαδιαίος χρόνος υπερωριακής απασχόλησης και γίνεται εντονότερη όταν οι επιπλέον ώρες δεν αμείβονται. Στους εργαζομένους που εργάζονται 11 και πάνω επιπλέον ώρες την εβδομάδα, το άγχος φτάνει το 57%, οι πόνοι σε οστά, αρθρώσεις ή μύες το 48,8% και η συνολική κόπωση το 45,3%. Αντίστοιχα, όσοι δεν αμείβονται για τις υπερωρίες δηλώνουν υψηλότερα ποσοστά άγχους, 57,1% έναντι 45,6% όσων αμείβονται, πονοκεφάλων ή κόπωσης ματιών, 44% έναντι 28%, και συνολικής κόπωσης, 40,1% έναντι 27,6%. [διαφ. 39–40] 


Συνολικά, τα ευρήματα δείχνουν ότι η ποιότητα της εργασίας δεν μπορεί να αποτιμηθεί μόνο με βάση την ύπαρξη απασχόλησης ή το ύψος των αποδοχών. Ο χρόνος εργασίας, η αμοιβή των επιπλέον ωρών, η ένταση του φόρτου, η εργασιακή ανασφάλεια και οι επιπτώσεις στην υγεία συγκροτούν ένα ενιαίο πεδίο που απαιτεί σοβαρή θεσμική και πολιτική προσοχή. Η υπερωριακή απασχόληση, όταν συνδυάζεται με άνιση ή μηδενική αποζημίωση, αυξημένη πίεση και επιδείνωση της σωματικής και ψυχικής υγείας, δεν αποτελεί απλώς ατομική δυσκολία των εργαζομένων, αλλά ένδειξη βαθύτερων προβλημάτων στην οργάνωση της εργασίας και στο πλαίσιο προστασίας των εργαζομένων. Η συζήτηση για την παραγωγικότητα, την ανταγωνιστικότητα και την ανάπτυξη οφείλει να συνδεθεί πιο ουσιαστικά με το ζήτημα του χρόνου εργασίας, την πραγματική αμοιβή της πρόσθετης εργασίας, την πρόληψη της εργασιακής καταπόνησης και τη διαμόρφωση θέσεων εργασίας που δεν υπονομεύουν την υγεία και την αξιοπρέπεια των εργαζομένων.


*Επιστημονική Ευθύνη Έρευνας : Χρήστος Γούλας, Γιώργος Αργείτης.

*Επιστημονικά στελέχη : Κώστας Μπουκουβάλας, Δημήτρης Παϊταρίδης.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

ΒΙΝΤΕΟ

[ΒΙΝΤΕΟ][bsummary]

ΘΕΜΑ

[ΘΕΜΑ][bsummary]

ΥΓΕΙΑ

[ΥΓΕΙΑ][twocolumns]

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

[ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ][twocolumns]