Στον "αέρα" οι μισθοί στα ΚΤΕΛ......
..... Μνημείο νομικής ολίσθησης η απόφαση του ΟΜΕΔ που ακυρώνει τις αυξήσεις και παρατείνει τη 17ετή μισθολογική καθήλωση
Σε πλήρη εργασιακή και μισθολογική ομηρία παραμένει το προσωπικό των αστικών και υπεραστικών ΚΤΕΛ όλης της χώρας. Η πρόσφατη απόφαση αρ. 8/2026 της Πενταμελούς Επιτροπής Διαιτησίας του Οργανισμού Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ) αποτελεί μνημείο νομικής ολίσθησης. Η απόφαση αυτή εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση (αρ. 5/2026) της Τριμελούς Επιτροπής που δικαίωνε τους εργαζόμενους και απέρριψε την προσφυγή τους ως «απαράδεκτη».
Μετά από έναν ολόκληρο χρόνο άκαρπων διαδικασιών, οι εργαζόμενοι στα ΚΤΕΛ επιστρέφουν στο μηδέν. Παραμένουν καθηλωμένοι στους μισθούς του 2009 (βάσει της Δ.Α. 8/2009), οι οποίοι είναι ήδη περικεκομμένοι από το 2012, την ίδια ώρα που οι νεοπροσληφθέντες αμείβονται με τον κατώτατο νομοθετημένο μισθό.
Η Πενταμελής Επιτροπή Διαιτησίας έκρινε σκόπιμα ότι η δήλωση αποδοχής τους συνιστούσε «απόρριψη» της Πρότασης Μεσολάβησης του Δεκεμβρίου 2025. Ο λόγος; Το σωματείο τους αρνήθηκε να υπογράψει «εν λευκώ» μια πρόταση εξόχως προβληματική, ασαφή και νομικά ελλιπή, η οποία άφηνε ορθάνοιχτο το παράθυρο στους εργοδότες να μην εφαρμόσουν καμία αύξηση. Αντίθετα, προχώρησαν σε αποδοχή της πρότασης με τη ρητή νομική διευκρίνιση ότι η προβλεπόμενη αύξηση 5% πρέπει να υπολογιστεί οριζόντια επί των βασικών μισθών της Δ.Α. 50/2010 για όλο το προσωπικό.
Ο ΟΜΕΔ επέλεξε να αγνοήσει επιδεικτικά δύο γραπτά αιτήματά τους για αναπομπή της πρότασης ώστε να διορθωθούν οι ασάφειές της. Παράλληλα, η Πενταμελής Επιτροπή παρέκαμψε προκλητικά τον νόμο, ο οποίος ορίζει ξεκάθαρα ότι για επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας ζωτικής σημασίας, όπως είναι οι μεταφορές προσώπων των ΚΤΕΛ, δεν απαιτείται προηγούμενη ανεπιφύλακτη αποδοχή της πρότασης μεσολάβησης για την προσφυγή στη Διαιτησία.
"Δεν θα δεχθούμε τον εμπαιγμό των εργαζομένων που κρατούν όρθιες τις συγκοινωνίες της χώρας κάτω από αντίξοες συνθήκες. Καλούμε την κυβέρνηση και τους αρμόδιους φορείς να αναλάβουν τις ευθύνες τους απέναντι στην εργοδοτική αυθαιρεσία των ΠΟΑΥΣ, ΠΟΑΣ και ΓΣΕΑΕ."αναφέρεται μεταξύ άλλων στο σχετικό δελτίο Τύπου της Ομοσπονδίας Συνδικάτων Μεταφορών Ελλάδας (ΟΣΜΕ)
ΤΟ ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
Όπως είναι γνωστό στα μέλη μας, κατά τον τελευταίο χρόνο διεξήχθη ενώπιον του Οργανισμού Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ), μετά από αίτησή μας και αφού οι εργοδοτικές οργανώσεις Πανελλαδική Ομοσπονδία Αυτοκινητιστών Υπεραστικών Συγκοινωνιών (ΠΟΑΥΣ), Πανελλαδική Ομοσπονδία Αστικών Συγκοινωνιών (ΠΟΑΣ) και Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελματιών Αυτοκινητιστών Ελλάδος (ΓΣΕΑΕ) αδιαφόρησαν εντελώς στην πρόσκλησή μας για απευθείας διαπραγματεύσεις, διαδικασία μεσολάβησης και διαιτησίας για τη ρύθμιση των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των ΚΤΕΛ, 17 χρόνια μετά την τελευταία αύξηση αποδοχών η οποία είχε χορηγηθεί με την με αρ. 8/2009 Διαιτητική Απόφαση.
Η διαδικασία ενώπιον του ΟΜΕΔ κατέληξε με την έκδοση προ ημερών της με αρ. 8/2026 απόφασης της Πενταμελούς Επιτροπής Διαιτησίας, με την οποία εξαφανίσθηκε η με αρ. 5/2026 Διαιτητική Απόφαση της Τριμελούς Επιτροπής Διαιτησίας, η οποία είχε εκδοθεί σε πρώτο βαθμό και απορρίφθηκε η προσφυγή μας στη Διαιτησία ως απαράδεκτη. Με άλλα λόγια, μετά από ένα έτος μεσολαβητικής και διαιτητικής διαδικασίας και την έκδοση σε πρώτο βαθμό της με αρ. 5/2026 Δ.Α, με την οποία ρυθμίστηκαν οι όροι εργασίας και χορηγήθηκαν αυξήσεις σε μια κατηγορία έστω του προσωπικού, καταλήξαμε εκεί που βρισκόμασταν πριν την έναρξη της διαδικασίας, στην απουσία δηλαδή οποιασδήποτε ρύθμισης για τους όρους αμοιβής
και εργασίας του προσωπικού των ΚΤΕΛ, το οποίο εξακολουθεί να αμείβεται με τους μισθούς οι οποίοι είχαν καθοριστεί με την Διαιτητική Απόφαση του 2009, και μάλιστα περικεκομμένους ως προς σειρά επιδομάτων από το 2012, οι δε νεοπροσληφθέντες με τον κατώτατο νομοθετημένο μισθό.
Θεωρούμε την με αρ. 8/2026 απόφαση της Πενταμελούς Επιτροπής Διαιτησίας όπως και τη διαδικασία μεσολάβησης που προηγήθηκε, ως όνειδος για τη λειτουργία του ΟΜΕΔ για τους εξής λόγους:
Το σκεπτικό της απόρριψης της προσφυγής μας στη Διαιτησία από την Πενταμελή Επιτροπή Διαιτησίας του ΟΜΕΔ είναι ότι δεν αποδεχθήκαμε ανεπιφύλακτα την Πρόταση Μεσολάβησης, την οποία έκανε ο Μεσολαβητής του ΟΜΕΔ το Δεκέμβριο του 2025. Όπως όμως είχαμε επισημάνει αμέσως μόλις παραλάβαμε την Πρόταση, αυτή δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις του νόμου, αφού δεν περιείχε τα ελάχιστα απαιτούμενα στοιχεία κατά το ν. 1876/1990 αλλά και ήταν τόσο ασαφής που θα καθίστατο ανεπίδεκτη εφαρμογής ως ΣΣΕ. Μεταξύ άλλων ελλείψεων και πλημμελειών, η Πρόταση Μεσολάβησης ήταν ασαφής και έχρηζε ερμηνείας ως προς τη βασική μισθολογική της ρύθμιση του άρθρου 2, η οποία ήταν διατυπωμένη ως εξής: «Οι βασικοί μισθοί όλων των εργαζομένων που υπάγονται στο πεδίο ισχύος της παρούσας καθορίζονται σε ποσό προσαυξημένο κατά 5% σε σχέση με τον εκάστοτε ισχύοντα βασικό μισθό» ενώ παράλληλα στο άρθρο 5 παρ. της Πρότασης υπήρχε διατηρητική ρήτρα των όρων όλων των προηγούμενων ΣΣΕ και ΔΑ ως εξής: «Οι όροι συλλογικών συμβάσεων και διαιτητικών αποφάσεων για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των αστικών και υπεραστικών ΚΤΕΛ όλης της χώρας που δεν τροποποιούνται ρητά με την παρούσα διατηρούνται σε ισχύ».
Η Πρόταση ήταν εξόχως προβληματική, διότι, όπως είχε διαφανεί ξεκάθαρα κατά τη διαδικασία μεσολάβησης, ένα τμήμα του προσωπικού των ΚΤΕΛ αμείβεται μέχρι σήμερα βάσει της Δ.Α 50/2010, η οποία προβλέπει βασικό μισθό (για κάθε ειδικότητα και μισθολογικό κλιμάκιο), και ένα άλλο τμήμα (οι προσληφθέντες μετά τη λήξη ισχύος
της με αρ. 50/2010 ΔΑ, ήτοι από τον Ιούνιο του 2012 και εντεύθεν), αμείβεται με τον κατώτατο νομοθετημένο μισθό.
Όπως είναι ευνόητο για το μέσο νομικό, θα μπορούσαν να υποστηριχθούν διάφορες απόψεις για την μισθολογική ρύθμιση της Πρότασης Μεσολάβησης, όχι μόνο ως προς το ύψος της αύξησης, αλλά ως προς το ίδιο το μισθολογικό σύστημα που θα καθιέρωνε εάν αποτελούσε περιεχόμενο ΣΣΕ.
Ειδικότερα, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι με την Πρόταση α) προβλέπονται οι μισθοί της με αρ. 50/2010 Δ.Α προσαυξημένοι κατά 5% για το σύνολο του προσωπικού («παλαιούς» και «νέους» εργαζόμενους) ιδίως ενόψει και της διατηρητικής ρήτρας του άρθρου 5 παρ. 1 της Πρότασης, ή β) προβλέπεται ο κατώτατος νομοθετημένος μισθός προσαυξημένος κατά 5% για το σύνολο του προσωπικού, («παλαιούς» και «νέους» εργαζόμενους) ή γ) προβλέπεται αύξηση του βασικού μισθού της με αρ. 50/2010 ΔA για τους «παλαιούς» εργαζόμενους και ομοίως αύξηση κατά 5% του κατώτατου νομοθετημένου μισθού για τους «νέους» εργαζόμενους.
Ενόψει των παραπάνω ελλείψεων και πλημμελειών της Πρότασης Μεσολάβησης, ζητήσαμε ευθύς αμέσως μετά την παραλαβή της με έγγραφη αίτησή μας προς τον ΟΜΕΔ την αναπομπή της στο Μεσολαβητή ώστε να εκδοθεί Πρόταση Μεσολάβησης σύμφωνα με τις απαιτήσεις του νόμου. Στο παραπάνω αίτημά μας δεν λάβαμε καμία απάντηση. Λίγες ημέρες μετά επανήλθαμε με νέο όμοιο αίτημα, στο οποίο επίσης δεν λάβαμε καμία απάντηση από τον ΟΜΕΔ.
Παρά τις εύλογες και άμεσα διατυπωθείσες επιφυλάξεις μας ως προς τη σαφήνεια και τη νομιμότητα της Πρότασης Μεσολάβησης, την αποδεχθήκαμε προκειμένου να επιτευχθεί η συλλογική ρύθμιση, με την αναγκαία διευκρίνιση από πλευράς μας ως προς την ερμηνεία της Πρότασης που θεωρούμε ορθότερη και αποδεχόμαστε.
Από τις παραπάνω ερμηνευτικές εκδοχές που θα μπορούσαν να υποστηριχθούν σε σχέση με τις μισθολογικές ρυθμίσεις της Πρότασης Μεσολάβησης προκρίναμε την πρώτη κυρίως διότι:
∙ Αποκλείσαμε την ανωτέρω υπό β’ ερμηνευτική εκδοχή διότι σε αυτή την περίπτωση θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί στην Πρόταση ο νομικός όρος «κατώτατος νομοθετημένος μισθός» και όχι «βασικός
μισθός» που αποτελεί όρο της με αρ. 50/2010 ΔΑ και όλων των προηγούμενων ΣΣΕ και ΔΑ
∙ Αποκλείσαμε την ανωτέρω υπό γ’ ερμηνευτική εκδοχή, διότι με την Πρόταση δεν γίνεται διάκριση του προσωπικού σε «παλαιό» και «νέο», αντιθέτως προβλέπεται διατήρηση όλων των όρων προηγούμενων ΣΣΕ και ΔΑ που δεν τροποποιούνται με την Πρόταση (άρθρο 5 παρ. 1 της Πρότασης), ενιαία, για το σύνολο του προσωπικού που εμπίπτει στο πεδίο της ρύθμισης, χωρίς διακρίσεις.
Ως εκ τούτου, η διασαφήνιση από εμάς με τη δήλωση αποδοχής ότι αποδεχόμαστε την Πρόταση Μεσολάβησης υπό την ερμηνεία που θεωρούμε νομικά ορθή, δε μπορούσε να μας καταλογισθεί ως απόρριψη της Πρότασης Μεσολάβησης.
Μετά την παραλαβή από τον ΟΜΕΔ της δήλωσης αποδοχής της Πρότασης εκ μέρους μας και της αντίστοιχης δήλωσης αποδοχής της εργοδοτικής πλευράς, ο Πρόεδρος του ΟΜΕΔ μας ανακοίνωσε με έγγραφό του ότι η Πρόταση έγινε αποδεκτή και από τις δυο πλευρές και ότι θα ενημερωθούμε για τις επόμενες ενέργειες. Παρόλα αυτά, ακολούθησε άνευ ημερομηνίας και αριθμού πρωτοκόλλου επιστολή του εκδόσαντος την Πρόταση Μεσολαβητή, ο οποίος έκρινε ότι η δήλωσή μας συνιστά απόρριψη και όχι αποδοχή της Πρότασης (χωρίς να διασαφηνίζει και πάλι το περιεχόμενο της Πρότασής του και που σφάλλουμε κατά την ερμηνεία της). Ουδέποτε κληθήκαμε από τον ΟΜΕΔ για την υπογραφή ΣΣΕ όπως ορίζει ο νόμος όταν και τα δυο μέρη έχουν αποδεχτεί την Πρόταση Μεσολάβησης.
Η Πενταμελής Επιτροπή Διαιτησίας έκρινε ότι δεν είχαμε το δικαίωμα να προσφύγουμε στη Διαιτησία, επειδή δεν αποδεχθήκαμε την Πρόταση Μεσολάβησης ως είχε, χωρίς δηλαδή να την ερμηνεύσουμε, χωρίς όμως να διατυπώνει και την κρίση ότι η Πρόταση Μεσολάβησης ήταν σαφής, πλήρης και σύμφωνη με τις απαιτήσεις του νόμου. Κατά την Πενταμελή Επιτροπή Διαιτησίας, έπρεπε να αποδεχθούμε χωρίς ερμηνεία την Πρόταση Μεσολάβησης, χωρίς να εξετασθεί εάν αυτή αντικειμενικά είχε ελλείψεις και ασάφειες τέτοιες που επέβαλαν την ερμηνεία της.
Με απλά λόγια, κατά την Πενταμελή Επιτροπή Διαιτησίας, έπρεπε να αποδεχθούμε και να καταρτίσουμε ΣΣΕ με περιεχόμενο την Πρόταση Μεσολάβησης (την οποία βέβαια η εργοδοτική πλευρά έσπευσε να αποδεχθεί ανεπιφύλακτα, αντιλαμβανόμενη ότι λόγω των ασαφειών της θα έμενε πρακτικά ανεφάρμοστη) ακόμα και αν δεν είναι σαφές τι μισθούς προβλέπει για τους εργαζόμενους.
Ο νόμος δεν απαιτεί να έχει προηγηθεί αποδοχή της πρότασης μεσολάβησης από το μέρος που προσφεύγει στη Διαιτησία, όταν πρόκειται για επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας η λειτουργία των οποίων έχει ζωτική σημασία για την εξυπηρέτηση των βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου, όπως είναι τα ΚΤΕΛ ως επιχειρήσεις μεταφοράς προσώπων. Η Πενταμελής Επιτροπή Διαιτησίας ξεπέρασε και αυτό το «σκόπελο» υιοθετώντας μια ανεπίτρεπτα διασταλτική ερμηνευτική άποψη, σύμφωνα με την οποία εφαρμόζεται και στις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας η προϋπόθεση της αποδοχής της πρότασης μεσολάβησης, την οποία ο νομοθέτης προβλέπει για τις κοινές και μόνο επιχειρήσεις.
Θεωρούμε ότι στη συλλογική μας διαφορά ο ΟΜΕΔ απέτυχε παταγωδώς να εκπληρώσει την αποστολή του ως φορέα υποστήριξης των συλλογικών διαπραγματεύσεων και παροχής υπηρεσιών μεσολάβησης και διαιτησίας. Απέτυχε να διασφαλίσει την έκδοση Μεσολαβητικής Πρότασης σύμφωνης με τις απαιτήσεις του νόμου, παρά τις έγκαιρες επισημάνσεις μας. Απέτυχε να εφαρμόσει το νόμο ως προς τις προϋποθέσεις προσφυγής μας στη διαιτησία. Απέτυχε εντέλει να ρυθμίσει τους όρους αμοιβής και εργασίας σε έναν κλάδο χιλιάδων εργαζομένων ο οποίος, από τη θέση σε ισχύ του ν. 1876/1990 έως το 2010, ρυθμιζόταν από Σ.Σ.Ε. και Δ.Α, καταρτιζόμενες ανά έτος ή διετία, μετά από συλλογικές διαπραγματεύσεις ενώπιον του ΟΜΕΔ.
Η αποτυχία αυτή γίνεται ακόμα πιο ηχηρή εν μέσω των κυβερνητικών εξαγγελιών και μέτρων για την προώθηση δήθεν των συλλογικών διαπραγματεύσεων και την ενίσχυση των συλλογικών συμβάσεων. Το Υπουργείο Εργασίας ανακοίνωσε μόλις τον περασμένο Νοέμβριο ότι έρχεται «νέα εποχή» για τις συλλογικές
συμβάσεις στη χώρα μας και χαρακτήρισε ως «ιστορική στιγμή» την Κοινωνική Συμφωνία για την ενίσχυση των συλλογικών συμβάσεων. Διερωτώμαστε εάν η Κυβέρνηση και το Υπουργείο Εργασίας υπολογίζει ότι θα φτάσουμε ποτέ στην κάλυψη ποσοστού 80% των εργαζομένων από συλλογικές συμβάσεις, όπως ορίζει η Οδηγία 2022/2041, με μέτρα όπως η πραγματοποίηση μελετών, ερευνών, ενημερωτικών και εκπαιδευτικών δράσεων, που περιλαμβάνονται στο πενταετές Σχέδιο Δράσης (ΦΕΚ Β΄/6789/17.12.2025), όταν ο ΟΜΕΔ απαξιώνεται μέρα με τη μέρα στη συνείδηση των εργαζομένων. Εάν οι εργαζόμενοι πάψουν να προσφεύγουν στον ΟΜΕΔ, το ποσοστό κάλυψης από ΣΣΕ θα μειωθεί ακόμα και κάτω από το σημερινό ελάχιστο ποσοστό κάλυψης. Δε μπορούμε επομένως παρά να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι η πολυδιαφημισμένη ενίσχυση των συλλογικών συμβάσεων από την παρούσα Κυβέρνηση είναι ένα ευχολόγιο κενό περιεχόμενου, ενώ στην πραγματικότητα η συλλογική αυτονομία υποσκάπτεται μεθοδικά.
Ο δικός μας αγώνας συνεχίζεται. Έχουμε ήδη προσφύγει στο Εφετείο Αθηνών για την ακύρωση της με αρ. 8/2026 ΔΑ και θα εξαντλήσουμε όλα τα ένδικα βοηθήματα που μας παρέχει ο νόμος για την προάσπιση του δικαιώματός μας για αυτόνομη ρύθμιση των όρων εργασίας. Η συλλογική αυτονομία και η υποχρέωση του Κράτους να οργανώσει και να θέσει στη διάθεση των επαγγελματικών οργανώσεων έναν σύστημα ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων και συλλογικών συμβάσεων καθώς και αποτελεσματικούς μηχανισμούς επίλυσης των συλλογικών διαφορών αποτελούν συνταγματικές επιταγές οι οποίες δε μπορούν να υποχωρούν έναντι των στοχεύσεων της εκάστοτε Κυβέρνησης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.