Το πρόγραμμα Τσίπρα έχει αριθμούς. Το ζητούμενο είναι να βγαίνει ο λογαριασμός
Γράφει ο Σωτήρης Γιάκης *
Το οικονομικό πρόγραμμα που παρουσίασε ο Αλέξης Τσίπρας στη Θεσσαλονίκη έχει ένα πλεονέκτημα που πρέπει να αναγνωριστεί: μεταφέρει τη συζήτηση από τις γενικές εξαγγελίες σε συγκεκριμένους στόχους, ποσά και χρηματοδοτικά εργαλεία.
Αυτό είναι θετικό. Σε μια χώρα με υψηλό δημόσιο χρέος και δεσμευτικούς ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες, όμως, κάθε πρόταση διακυβέρνησης πρέπει να περνά από ένα απλό τεστ:
Μπορεί ένας τρίτος, με τα ίδια στοιχεία, να βγάλει τον ίδιο λογαριασμό;
Τα συγκεντρωτικά μεγέθη έχουν παρουσιαστεί: μικτό κόστος 7,39 δισ. ευρώ για το 2027-2030, νέα μόνιμα έσοδα 1,92 δισ., καθαρή δημοσιονομική επιβάρυνση 5,47 δισ., έναντι εκτιμώμενου διαθέσιμου χώρου 5,6 δισ. ευρώ. Σε επίπεδο τελικών αθροισμάτων, η αριθμητική κλείνει.
Αυτό που λείπει ακόμη είναι ο αναλυτικός λογαριασμός: τι κοστίζει κάθε παρέμβαση ανά έτος, πότε αρχίζει, ποιες επιβαρύνσεις είναι μόνιμες και ποιες μεταβατικές και ποια πηγή χρηματοδοτεί καθεμία.
Γιατί «πλήρως κοστολογημένο» δεν σημαίνει απλώς ότι υπάρχει ένας τελικός αριθμός. Σημαίνει ότι, αν δώσεις τα ίδια στοιχεία σε κάποιον άλλο, πρέπει να μπορεί να καταλήξει στο ίδιο αποτέλεσμα.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το Εθνικό Ταμείο Σύγκλισης. Η ιδέα ενός επενδυτικού οχήματος που συνδυάζει δημόσια και ιδιωτικά κεφάλαια έχει οικονομική λογική. Το κρίσιμο είναι να γνωρίζουμε τι ακριβώς αντιπροσωπεύει κάθε ποσό.
Από τα 12 δισ. ευρώ πρωτογενών κεφαλαίων, τα 1,5 δισ. ετησίως προβλέπεται να προέρχονται από το εθνικό Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων. Με βάση τον ισχύοντα πολυετή προγραμματισμό, το ποσό αυτό αντιστοιχεί περίπου στο 38%-42% του εθνικού ΠΔΕ για τα έτη 2027-2029. Δεν πρόκειται, επομένως, για πρόσθετο δημοσιονομικό πόρο σε σχέση με τον υφιστάμενο προγραμματισμό, αλλά για διαφορετική αξιοποίηση ήδη προβλεπόμενων κεφαλαίων. Το ερώτημα είναι ποια πρόσθετη επενδυτική δυνατότητα δημιουργεί αυτή η επιλογή.
Η νεότερη διευκρίνιση για τη Golden Visa είναι επίσης σημαντική: το 1 δισ. ευρώ ετησίως περιγράφεται ως ανακατεύθυνση του επενδυτικού κινήτρου διαμονής από την αγορά έτοιμων ακινήτων προς το Ταμείο. Πρόκειται, συνεπώς, για ιδιωτικό επενδυτικό κεφάλαιο και όχι για δημοσιονομικό έσοδο του κράτους. Η διάκριση έχει σημασία όταν αξιολογούμε από τι πραγματικά αποτελείται η χρηματοδοτική βάση του σχεδίου.
Υπάρχει και ένα ακόμη στοιχείο που αξίζει προσοχής. Τα 500 εκατ. ευρώ ετησίως από μεγάλες ελληνικές επιχειρήσεις προβλέπεται να προέλθουν από εθελοντική συμμετοχή. Στην τετραετία αυτό αντιστοιχεί σε 2 δισ. ευρώ. Η αριθμητική, λοιπόν, κλείνει. Το ζήτημα πλέον δεν είναι αριθμητικό: είναι πόσο από αυτό το κεφάλαιο μπορεί να θεωρηθεί εξασφαλισμένο και πόσο παραμένει στόχος άντλησης.
Ανάλογη τεκμηρίωση χρειάζεται η εκτίμηση για εξοικονόμηση άνω των 600 ευρώ ετησίως ανά νοικοκυριό από τη μείωση του ΦΠΑ. Η τελευταία διαθέσιμη Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών δίνει μέση μηνιαία δαπάνη περίπου 357 ευρώ για τρόφιμα και μη αλκοολούχα ποτά. Ακόμη και με πλήρη μετακύλιση μιας μείωσης από 13% σε 6%, το όφελος μόνο από αυτή την κατηγορία προσεγγίζει τα 265 ευρώ τον χρόνο.
Αυτό δεν αρκεί για να απορρίψει κανείς τα 600 ευρώ. Αρκεί όμως για να ζητήσει το πλήρες καλάθι προϊόντων και τις παραδοχές του υπολογισμού.
Τίποτε από αυτά δεν καθιστά το πρόγραμμα εξ ορισμού μη ρεαλιστικό. Ούτε ο στόχος για κατώτατο μισθό 1.000 ευρώ αποτελεί από μόνος του οικονομική υπερβολή. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν οι στόχοι μπορούν να στηριχθούν από αντίστοιχη παραγωγικότητα, επενδύσεις και δημοσιονομική δυνατότητα.
Και εδώ πρέπει να ισχύει ακριβώς το ίδιο μέτρο για όλους.
Η κυβερνητική αντικοστολόγηση μιλά για περίπου 13 δισ. ευρώ «ετήσιου κόστους». Στον ίδιο όμως κατάλογο περιλαμβάνονται 0,8 δισ. από την κατάργηση της προκαταβολής φόρου των ατομικών επιχειρήσεων και 2,1 δισ. από τη μείωση της προκαταβολής φόρου των νομικών προσώπων, τα οποία η ίδια κυβερνητική ανάλυση χαρακτηρίζει εφάπαξ. Άρα τουλάχιστον 2,9 δισ. ευρώ του αθροίσματος δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως επαναλαμβανόμενο κόστος κάθε έτους.
Αυτό δεν ακυρώνει την κυβερνητική κοστολόγηση. Σημαίνει ότι και αυτή πρέπει να συνοδεύεται από καθαρή μεθοδολογία και διάκριση μεταξύ μόνιμων και μεταβατικών επιβαρύνσεων.
Στη δημοσιονομική πολιτική δεν ζητείται πίστη. Ζητείται επαλήθευση.
Υπάρχει πλέον και θεσμικός δρόμος μέσω του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου. Αυτό είναι σημαντικό βήμα, αλλά δεν απαλλάσσει κανέναν από την υποχρέωση να παρουσιάζει καθαρά τις δικές του παραδοχές.
Γιατί όταν ένας πολιτικός λογαριασμός δεν κλείνει, η διαφορά κάπου θα εμφανιστεί: σε πρόσθετα έσοδα, χαμηλότερες δαπάνες, μεγαλύτερο δανεισμό ή περιορισμό άλλων επιλογών.
Γι’ αυτό το ερώτημα πρέπει να είναι ίδιο για όλους:
Από πού έρχεται κάθε ευρώ, πού πηγαίνει και τι πραγματικά κοστίζει;
Εκεί βρίσκεται η απόσταση ανάμεσα σε μια καλή εξαγγελία και σε ένα αξιόπιστο πρόγραμμα διακυβέρνησης.
Το πρόγραμμα Τσίπρα έχει αριθμούς.
Τώρα πρέπει να βγαίνει και ο λογαριασμός.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.