Σοβαρά ζητήματα για τη μη συνέχιση της Ιταλικής Γλώσσας στο Πρότυπο Λύκειο Ζωσιμαίας Σχολής


 



Προς κάθε αρμόδια διοικητική και εποπτική αρχή


Θέμα: Παράθεση περιστατικών και νομική θεμελίωση αναφορικά με τη μη λειτουργία τμήματος Ιταλικής Γλώσσας στο Λύκειο Ζωσιμαίας Σχολής.


Με το παρόν εκθέτουμε αναλυτικά τα περιστατικά που αφορούν τη μη συνέχιση της διδασκαλίας της Ιταλικής Γλώσσας από το Πρότυπο Γυμνάσιο Ζωσιμαίας Σχολής στο Πρότυπο Γενικό Λύκειο Ζωσιμαίας Σχολής, καθώς και το περιεχόμενο της απάντησης που λάβαμε από το αρμόδιο Κοινό ΕΠΕΣ, προκειμένου να καταστεί πλήρως σαφές το διοικητικό και νομικό πλαίσιο της υπόθεσης.


Στο Πρότυπο Γυμνάσιο Ζωσιμαίας Σχολής η Ιταλική Γλώσσα διδάσκεται επί σειρά ετών ως Β’ Ξένη Γλώσσα, με σταθερή και ουσιαστική συμμετοχή μαθητών που αντιστοιχεί περίπου στο ένα τρίτο του μαθητικού δυναμικού της σχολικής μονάδας. Οι μαθητές που επιλέγουν την Ιταλική γλώσσα την παρακολουθούν επί τρία συναπτά έτη, με αποδεδειγμένη πρόοδο και σε αρκετές περιπτώσεις επιτυχή συμμετοχή σε εξετάσεις πιστοποίησης.


Το Γυμνάσιο και το Λύκειο Ζωσιμαίας Σχολής αποτελούν διασυνδεδεμένες μονάδες Πρότυπων Σχολείων, με αυτοδίκαιη μετάβαση των μαθητών από τη Γ΄ Γυμνασίου στην Α΄ Λυκείου. Υπό τις συνθήκες αυτές, η επιλογή της Ιταλικής δημιουργεί εύλογη και αντικειμενικά θεμελιωμένη προσδοκία συνέχισης της γλώσσας στη διασυνδεδεμένη βαθμίδα.


Για πολλοστή φορά με έγγραφό μας ζητήσαμε από το Κοινό ΕΠΕΣ τη συμπερίληψη της Ιταλικής στο ωρολόγιο πρόγραμμα του Λυκείου, επικαλούμενοι την εκπαιδευτική συνέχεια, την ίση μεταχείριση των μαθητών και τη δυνατότητα αναμόρφωσης του προγράμματος βάσει του Ν. 4692/2020, άρθρο 17, παρ. 4β.


Στην από 12/11/2025 απάντησή του, το Κοινό ΕΠΕΣ επικαλέστηκε, μεταξύ άλλων, ότι δεν υφίσταται αναλυτικό πρόγραμμα σπουδών για την Ιταλική στο Λύκειο, ότι δεν υπάρχει διαθέσιμος εκπαιδευτικός για τη διδασκαλία του μαθήματος και ότι δεν διασφαλίζεται η ύπαρξη εκπαιδευτικού «σε βάθος χρόνου», γεγονός που, κατά την κρίση του, καθιστά επισφαλή τη διδασκαλία της Ιταλικής γλώσσας, όπως επίσης ότι υπάρχει έλλειψη αιθουσών. 


α) Η αναφορά περί μη ύπαρξης αναλυτικού προγράμματος σπουδών δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, καθώς υφίσταται εγκεκριμένο Αναλυτικό Πρόγραμμα Σπουδών Ιταλικής Γλώσσας για το Γενικό Λύκειο, θεσμοθετημένο με σχετική κανονιστική πράξη (ΦΕΚ 1397/τ.Β΄/16-07-2008). Επίσης, στο Νέο Ενιαίο Πρόγραμμα Σπουδών για τις Ξένες Γλώσσες στο Γενικό Λύκειο (ΦΕΚ 5586/Β/1-12-2021 και ΦΕΚ 143/Β/18-1-2023), προβλέπεται η πλαισίωση και επιπλέον γλωσσών που μπορεί να συμπεριληφθούν στα ωρολόγια προγράμματα του Γενικού Λυκείου. Η ύπαρξη λοιπόν θεσμικά κατοχυρωμένου προγράμματος καθιστά νομικά επιτρεπτή τη διδασκαλία του μαθήματος. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι στο Πειραματικό Λύκειο του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης διδάσκεται η Ιταλική ως Β’ ξένη γλώσσα, γεγονός που καταδεικνύει τη δυνατότητα εφαρμογής αντίστοιχων πρακτικών και στο Πρότυπο Λύκειο Ζωσιμαίας Σχολής. Συνεπώς, η επίκληση ανυπαρξίας προγράμματος δεν μπορεί να αποτελέσει νόμιμο λόγο άρνησης.


β) Ο ισχυρισμός περί μη ύπαρξης διαθέσιμου εκπαιδευτικού δεν υφίσταται, από τη στιγμή που υπάρχει διαθέσιμη εκπαιδευτικός η οποία υπηρετεί με θητεία στο Πρότυπο Γυμνάσιο, έχει αξιολογηθεί και μπορεί να συμπληρώσει το ωράριό της και στο Πρότυπο Λύκειο. Αλλά και να μην υπήρχε, αυτό δεν θα συνιστούσε καθαυτό νομικό κώλυμα. Η στελέχωση σχολικών μονάδων αποτελεί διοικητική υποχρέωση της εκπαιδευτικής διοίκησης και ρυθμίζεται μέσω τοποθετήσεων, αποσπάσεων ή προσλήψεων αναπληρωτών. Η προσωρινή ή συγκυριακή έλλειψη εκπαιδευτικού δεν μπορεί να μετατρέπεται σε λόγο αποκλεισμού εκπαιδευτικής επιλογής, ιδίως όταν υπάρχει αποδεδειγμένη και διαρκής ζήτηση μαθητών.


Επιπλέον, η επίκληση μη διασφαλισμένης «διαθεσιμότητας σε βάθος χρόνου» συνιστά αόριστη και υποθετική αιτιολογία. Η διοικητική δράση οφείλει να βασίζεται σε συγκεκριμένα και παρόντα δεδομένα, όχι σε ενδεχόμενες μελλοντικές δυσχέρειες. Η επίκληση μελλοντικής αβεβαιότητας δεν μπορεί να θεμελιώσει εκ των προτέρων αποκλεισμό μιας γλώσσας από το πρόγραμμα, ιδίως όταν η ίδια η εκπαιδευτική διοίκηση διαθέτει μηχανισμούς κάλυψης κενών και προγραμματισμού ανθρώπινου δυναμικού.


γ) Η επίκληση έλλειψης αιθουσών δεν μπορεί να θεμελιώσει νόμιμο λόγο άρνησης λειτουργίας τμήματος Ιταλικής Γλώσσας. Στην πράξη, στο Πρότυπο Γυμνάσιο Ζωσιμαίας Σχολής, όπου διδάσκονται τρεις Β’ ξένες γλώσσες, η κατανομή των τμημάτων πραγματοποιείται με τρόπο ώστε να μη διδάσκονται ταυτόχρονα και οι τρεις, αλλά να απαιτούνται για κάθε διδακτική ώρα μόνον δύο αίθουσες, όσες ακριβώς χρησιμοποιούνται και σήμερα στο Πρότυπο Γενικό Λύκειο Ζωσιμαίας Σχολής για την ταυτόχρονη διδασκαλία των Γαλλικών και Γερμανικών. Συνεπώς, η λειτουργία και τρίτης γλώσσας δεν συνεπάγεται ανάγκη πρόσθετης αίθουσας, αλλά απλή ανακατανομή των τμημάτων και του ωρολογίου προγράμματος, πρακτική που ήδη εφαρμόζεται επιτυχώς στο Γυμνάσιο. Εφόσον υπάρχει αποδεδειγμένο λειτουργικό προηγούμενο εντός της ίδιας σχολικής δομής, ο ισχυρισμός περί αντικειμενικής κτιριακής αδυναμίας στερείται επαρκούς τεκμηρίωσης και δεν μπορεί να θεωρηθεί πρόσφορη και νόμιμη αιτιολογία περιορισμού εκπαιδευτικής επιλογής.


Κατόπιν των ανωτέρω, η μη πρόβλεψη συνέχισης της Ιταλικής Γλώσσας στο Πρότυπο Γενικό Λύκειο Ζωσιμαίας Σχολής, ενώ η γλώσσα αυτή διδάσκεται επί σειρά ετών στο διασυνδεδεμένο Πρότυπο Γυμνάσιο Ζωσιμαίας Σχολής, συνιστά διοικητική επιλογή που εγείρει σοβαρά ζητήματα νομιμότητας.


Παραβιάζεται η αρχή της ισότητας, καθώς μαθητές που επέλεξαν άλλη Β’ ξένη γλώσσα συνεχίζουν απρόσκοπτα, ενώ οι μαθητές της Ιταλικής υποχρεώνονται σε αλλαγή αντικειμένου χωρίς επαρκή και τεκμηριωμένη αιτιολογία. Παραβιάζεται επίσης η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης, αφού η ίδια η Διοίκηση παρέχει εύλογη προσδοκία συνέχειας σε διασυνδεδεμένη μονάδα.


Η απόφαση για τη μη σύσταση τμημάτων Ιταλικής γλώσσας στο Πρότυπο Λύκειο Ζωσιμαίας Σχολής στηρίζεται σε γενικές και αόριστες αναφορές (σχετικά με την απουσία προγράμματος σπουδών, σε υποθετική μελλοντική έλλειψη προσωπικού και σε οργανωτικές δυσχέρειες) χωρίς ειδική, εμπεριστατωμένη και τεκμηριωμένη αιτιολογία. Ως εκ τούτο, δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 17 του Ν. 2690/1999 περί επαρκούς αιτιολόγησης διοικητικών πράξεων. Η Διοίκηση οφείλει να αποδεικνύει τυχόν αντικειμενική αδυναμία και να εξετάζει εναλλακτικές λύσεις πριν καταλήξει σε περιοριστική επιλογή.


Τέλος, σε περίπτωση που μέλος συλλογικού οργάνου το οποίο εισηγήθηκε ή αποφάσισε επί του ζητήματος έχει άμεσο ή έμμεσο προσωπικό συμφέρον σχετιζόμενο με την κατανομή διδακτικών ωρών ξένων γλωσσών, τίθεται ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 7 του Ν. 2690/1999 περί υποχρέωσης αποχής λόγω σύγκρουσης συμφερόντων, το οποίο πρέπει να ελεγχθεί ρητώς.


Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω, παρακαλούμε θερμά να προβείτε στις απαραίτητες ενέργειες, ώστε από το επόμενο σχολικό έτος (2026-2027) να εξασφαλιστεί η συνέχιση της διδασκαλίας της Ιταλικής Γλώσσας και στο Γενικό Λύκειο Ζωσιμαίας, προσφέροντας στους μαθητές μας την ισότιμη ευκαιρία να ολοκληρώσουν με συνέπεια και επάρκεια τις σπουδές τους στη δεύτερη ξένη γλώσσα που επέλεξαν.


Σε αντίθετη περίπτωση, επιφυλασσόμαστε παντός νόμιμου δικαιώματός μας για την άσκηση κάθε προβλεπόμενης διοικητικής και δικαστικής προσφυγής, συμπεριλαμβανομένης της ιεραρχικής προσφυγής, της προσβολής ενώπιον των αρμόδιων διοικητικών δικαστηρίων και της προσφυγής στον Συνήγορο του Πολίτη, εφόσον δεν αποκατασταθεί η νομιμότητα και η ίση μεταχείριση των μαθητών.


Το Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων 

του Πρότυπου Γυμνάσιου Ζωσιμαίας Σχολής


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

ΒΙΝΤΕΟ

[ΒΙΝΤΕΟ][bsummary]

ΘΕΜΑ

[ΘΕΜΑ][bsummary]

ΥΓΕΙΑ

[ΥΓΕΙΑ][twocolumns]

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

[ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ][twocolumns]