Zητούνται εναερίτες -Τεχνικοί τηλεπικοινωνιών

  Η εταιρεία Epirus Elettronica με έδρα τα Ιωάννινα ζητά εναερίτες κινητής τηλεφωνίας -τεχνικούς τηλεπικοινωνιών για έργα στην Ήπειρο και...

Ελάτε να θυμηθούμε την γειτονιά μας την Παλιά… και τα Παλιά παραδοσιακά παιχνίδια. ...

Η παράδοσή μας εκτός των λαογραφικών και ιστορικών στοιχείων που περιέχει, μας έχει αφήσει και μια ποικιλία παιχνιδιών, που κάποια από αυτά ζουν ακόμη στις μέρες μας, διατηρώντας τις αναμνήσεις μας...

Η γειτονιά, τα παιδιά, το παιχνίδι.... Έννοιες που χάνονται στο πέρασμα του χρόνου... κι αν τα παιδιά και το παιχνίδι δεν χαθούν ποτέ σαν έννοιες... η γειτονιά και ο τρόπος που παίζαμε κάποτε σαν παιδιά έχει χαθεί και λίγα είναι τα παλιά παραδοσιακά παιχνίδια που παίζουν ακόμη και σήμερα τα σημερινά παιδιά.

Μητέρα δύο παιδιών κι εγώ νοσταλγώ μέσα από το μεγάλωμα των παιδιών μου εκείνες τις καλές εποχές, που ευτυχώς ήμουν τυχερή και τις πρόλαβα και έζησα τη γειτονιά και το παιχνίδι όπως δεν θα μπορέσει να ζήσει κανένα παιδί της σημερινής εποχής. Δυστυχώς οι εποχές άλλαξαν και τα παιδιά δεν παίζουν πια με τον τρόπο που μεγάλωσα εγώ, η αδελφή μου, τα ξαδέλφια μου, οι φίλοι μου και όλοι οι συνομήλικοι μου...

Μεγάλωσα σε μια γειτονιά της Πρέβεζας (γνωστή σε όλους τους Πρεβεζάνους , στη συνοικία Μπάκα λίγο πιο έξω από το Δημοτικό Στάδιο της Πόλης) τότε που τα παιχνίδια ήταν η αιτία να μαζευόμαστε στις αλάνες γεμίζοντας τις γειτονιές με τις φωνές μας μέχρι αργά το βράδυ. Τότε που όλοι ήμασταν μια οικογένεια και στη γειτονιά και μέσα από το παιχνίδι καλλιεργούσαμε τις αξίες της συμμετοχής και του σεβασμού σε κανόνες και όρους ξεκάθαρους, απλούς και τίμιους.

Ελάτε λοιπόν να θυμηθούμε μέσα από τις δικές μου αναμνήσεις κάποια από τα παλιά παραδοσιακά παιχνίδια... έτσι για να θυμούνται οι παλιότεροι και να μαθαίνουν οι νεότεροι... όταν όλα κάποτε ήταν τόσο διαφορετικά, αθώα και αγνά...

Παραδοσιακά παιχνίδια που έπαιζαν οι παλαιότεροι και μεταφέρονται από γενιά σε γενιά.

Το «Κρυφτό»

Από τα πιο συνηθισμένα παιχνίδια που παίζαμε εκείνη την εποχή και που ευτυχώς συνεχίζουν να παίζουν ακόμη παιδιά που έχουν την τύχη και ζουν σε γειτονιές που δεν τις έχει κατακλύσει το τσιμέντο και οι πολυκατοικίες. Να σας αναφέρω μόνο ότι όταν ήταν ώρα που περνούσε ο γαλατάς της γειτονιάς με το βανάκι του, γιατί εκείνες τις εποχές περνούσε ο γαλατάς στις γειτονιές για να πουλήσει γάλα, και τύχαινε να παίζουμε κρυφτό εκείνη την ώρα, κρυβόμασταν ακόμη και μέσα στο αυτοκίνητο του για να πεταχτούμε και να φτύσουμε την κατάλληλη στιγμή στο σημείο που τα φύλαγε το παιδί που έψαχνε να μας βρει.

Μετά από κλήρο , ένας παίκτης τα "φυλούσε" (δηλ. μετρούσε μέχρι ένα αριθμό με κλειστά μάτια) . Σ' αυτό το χρονικό διάστημα , οι άλλοι παίκτες κρυβόντουσαν . Αυτός που τα φύλαγε είχε σκοπό να βρει έναν παίκτη . Μόλις τον έβρισκε , τα φύλαγε αυτός ή προσπαθούσε να βρει όλα τα παιδιά που είχαν κρυφτεί και ο τελευταίος αν κατάφερνε να μην το βρουν και έφτανε στο σημείο που τα «φυλούσε» ο παίκτης που τους έψαχνε... "έφτυνε" και φώναζε "φτου ξελευθερία" , τότε ο παίκτης που τα "φυλούσε" έπρεπε να τα "φυλάξει" ξανά.


«Περνά – Περνά η μέλισσα»

Ένα παιχνίδι που δεν είχε ηλικία... το παίζαμε από 8χρονα μέχρι και 16χρονα παιδιά.


Δύο παιδιά κάνανε τις «μάνες» και στέκονταν το ένα αντίκρυ στο άλλο. Κάθε μάνα αντιπροσώπευε κάτι διαφορετικό (π.χ. ζώο, φρούτο, λουλούδι, πράγμα). Η μία μάνα για παράδειγμα μπορεί να ήταν τριαντάφυλλο και η άλλη χρυσάνθεμο. Οι μάνες ένωναν τα χέρια τους σχηματίζοντας καμάρα και έπαιζαν παλαμάκια τραγουδώντας το:

«Περνά – περνά η μέλισσα
Με τα μελισσόπουλα
Και με τα παιδόπουλα».

Τα υπόλοιπα παιδιά σε μια σειρά περνούσαν κάτω από την καμάρα και όταν τελείωνε το τραγούδι οι δύο μάνες άρπαζαν το τελευταίο παιδί και το ρωτούσαν κρυφά στο αφτί «Τι προτιμάς τριαντάφυλλο ή χρυσάνθεμο;» Ανάλογα με την προτίμηση το παιδί πήγαινε και στεκόταν πίσω από την αντίστοιχη μάνα. Και αυτό συνεχιζόταν μέχρι να τελειώσουν όλα τα παιδιά. Στη συνέχεια οι δύο ομάδες σχημάτιζαν μία αλυσίδα και τραβούσε η μία την άλλη. Νικήτρια ήταν η ομάδα που θα κατάφερνε να τραβήξει την άλλη ομάδα προς το μέρος της.


"Το δαχτυλίδι"

Ένα παιχνίδι που το παίζαμε κυρίως κορίτσια. Κάποιες φορές όμως όταν δεν ήμασταν πολλά κορίτσια βάζαμε στο παιχνίδι και αγόρια.


Ξεκινούσαμε το παιχνίδι με το να τα «βγάλουμε» για να δούμε ποια θα τα φυλάει. Αυτή θα ήταν που θα είχε και το δαχτυλίδι. Τα υπόλοιπα κορίτσια καθόταν το ένα δίπλα στο άλλο με τα χέρια τεντωμένα μπροστά και ενωμένες τις παλάμες τους. Το κορίτσι που είχε το δαχτυλίδι περνούσε μπροστά από όλα τα κορίτσια, κρατώντας το δαχτυλίδι μέσα στις κλειστές του παλάμες και περνούσε τις παλάμες του ανάμεσα από τις παλάμες των άλλων κοριτσιών και τραγουδούσε:

« Πού΄ντο , πού΄ντο το δαχτυλίδι,
Ψάξε – ψάξε δεν θα το βρεις.
Δεν θα το βρεις, δεν θα το βρεις
Το δαχτυλίδι που ζητείς».

Κάποια στιγμή άφηνε με τρόπο το δαχτυλίδι μέσα στα χέρια ενός κοριτσιού προσπαθώντας να μην το καταλάβουν τα άλλα κορίτσια. Το κορίτσι που θα μάντευε ποια έχει το δαχτυλίδι θα ήταν και το κορίτσι που θα τα «φυλούσε».


"Αλάτι ψιλό"

Ήταν ένα παιχνίδι που το παίζαμε μόνο αν ήμασταν αρκετά παιδιά στην παρέα για να μπορούμε να σχηματίζουμε μεγάλο κύκλο και να αποκτά έτσι ενδιαφέρον το παιχνίδι.

Σχηματίζαμε ένα κύκλο και καθόμασταν κάτω. Ένα παιδί έμενε έξω από τον κύκλο κρατώντας στα χέρια του ένα μαντίλι και χοροπηδούσε γύρω από τον κύκλο και τραγουδούσε:

«Αλάτι ψιλό, αλάτι χοντρό έχασα τη μάνα μου και πάω να τη βρω.
Παπούτσια δεν μου πήρε να πάω στο χορό.
Αλάτι ψιλό, αλάτι χοντρό, έχασα τη μάνα μου και πάω να τη βρω».

Κάποια στιγμή το παιδί με το μαντίλι, το άφηνε χωρίς να το δουν οι άλλοι πίσω από ένα παιδί του κύκλου. Όταν το παιδί καταλάβαινε ότι έχει το μαντίλι πίσω του, σηκωνόταν, έπαιρνε το μαντίλι και άρχιζε να κυνηγάει γύρω-γύρω το πρώτο παιδί. Τότε το πρώτο παιδί έτρεχε προσπαθώντας να πάρει τη θέση του παιδιού που το κυνήγαγε. Αν τα κατάφερνε τότε κέρδιζε και το παιδί που έχανε τη θέση του έμενε έξω από τον κύκλο και το παιχνίδι ξανάρχιζε.


"Τυφλόμυγα"

Αυτό το παιχνίδι το παίζαμε ακόμη και σε μικρούς χώρους, ακόμη και μέσα στα σπίτια μας όταν είχε κακοκαιρία και δεν είχαμε την πολυτέλεια να παίξουμε έξω στη γειτονιά.



Το πρώτο πράγμα που κάναμε ήταν να τα «βγάλουμε» για να δούμε ποιο παιδί θα τα «φυλάει» και θα γίνει «τυφλόμυγα». Δέναμε τα μάτια του παιδιού που τα φύλαγε με ένα μαντίλι και τα άλλα παιδιά άρχιζαν να περιφέρονται γύρω του και το πείραζαν. Η «τυφλόμυγα» προσπαθούσε να πιάσει ένα από τα παιδιά και όταν το κατάφερνε άρχιζε να το ψηλαφίζει για να μαντέψει πιο παιδί είναι. Αν μάντευε πιο παιδί ήταν τότε το παιδί που αναγνώριζε γινόταν η νέα «τυφλόμυγα», αν όχι τότε συνεχιζόταν το παιχνίδι με την ίδια «τυφλόμυγα».


"Γκέο – βαγκέο"

Ένα από τα πιο αγαπημένα μου παιχνίδια που εδώ και χρόνια δεν έτυχε να δω να το παίζουν σε κάποια παρέα παιδιών. Ίσως να είναι από τα παιχνίδια που έχουν χαθεί πλέον και ίσως πολλά παιδιά δεν το γνωρίζουν κάν. Ήταν από τα παιχνίδια που το παίζαμε μαζί με την αδελφή μου και τα υπόλοιπα παιδιά στο χωριό του πατέρα μου στη Σαρακήνα Γρεβενών όταν πηγαίναμε διακοπές τα καλοκαίρια στη γιαγιά και τον παππού.



Σε αυτό το παιχνίδι χρειαζόταν να είμαστε πολλά παιδιά ώστε να μπορούμε να χωριστούμε σε δύο μεγάλες ομάδες. Και ευτυχώς όταν θέλαμε να το παίξουμε πάντα καταφέρναμε να είμαστε πολλά άτομα γιατί σε αυτό το παιχνίδι έπαιρναν μέρος και παιδιά αρκετά μεγάλης ηλικίας. Οι δύο ομάδες στεκόμασταν αντίκρυ η μία στην άλλη σε μια απόσταση γύρω στα 15-20 μέτρα. Τα παιδιά της κάθε ομάδας σταύρωναν τα χέρια τους και κρατιόνταν σχηματίζοντας αλυσίδα.

Τα παιδιά της ομάδας που θα άρχιζε πρώτη, προχωρούσαν όλα μαζί προς τα παιδιά της άλλης ομάδας τραγουδώντας:


«Ένα λεπτό κρεμμύδι, γκέο – βαγκέο».

Και πηγαίνοντας πάλι προς τα πίσω έλεγαν:

«Ένα λεπτό κρεμμύδι φράξε βαγκέο».

Η απέναντι ομάδα προχωρούσε με τον ίδιο τρόπο και γύριζε πάλι πίσω τραγουδώντας:

«Ένα λεπτό κρεμμύδι γκέο-βαγκέο, και τι θα το εκάμετε φράξε-βαγκέο».

Η άλλη ομάδα πάλι με τον ίδιο τρόπο έλεγε:

"Θέλω να το παντρέψω γκέο-βαγκέο, θέλω να το παντρέψω φράξε βαγκέο".

Και ο διάλογος συνέχιζε με τον ίδιο τρόπο και με τη σειρά η κάθε ομάδες τραγουδώντας:

«και ποιόνε της εδίνετε γκέο – βαγκέο, και ποιόνε της εδίνετε φράξε- βαγκέο».

«Της δίνουμε έναν ναύτη που όλο μύγες χάφτει!» (δύο φορές)

«Αυτόνε χάρισμά σας στα μούτρα τα δικά σας!» (δύο φορές)

«Της δίνουμε τον μπακάλη που βρωμάει τυρί και λάδι!» (δύο φορές)

«Αυτόνε χάρισμά σας στα μούτρα τα δικά σας!» (δύο φορές)

«Της δίνουμε το βασιλιά στο άλογο καβάλα!» (δύο φορές)

«Αυτόνε τον εθέλουμε γκέο-βαγκέο, αυτόνε τον εθέλουμε φράξε- βαγκέο»

Αφού κλείσει το προξενιό η μία ομάδα στέλνει τη νύφη στην άλλη ομάδα, ενώ η άλλη ομάδα αρχίζει να τραγουδά:

«Σας πήραμε σας πήραμε φλουρί Κωνσταντινάτο!»

Και η άλλη ομάδα απαντάει:

«Μας πήρατε μας πήρατε βαρέλι δίχως πάτο!» (λέγοντας το για τη νύφη)

Και το παιχνίδι αρχίζει πάλι από την αρχή.


"Το Κουτσό"

Είναι από τα παιχνίδια που έπαιξα φέτος το καλοκαίρι με το γιο μου, τον φίλο του γιού μου και τον ανιψιό μου και χάρηκα τόσο όταν είδα πόσο τους ενθουσίασε.

Υπάρχουν πολλές παραλλαγές στους κανονισμούς του παιχνιδιού ανάλογα με την ηλικία και την ικανότητα των παικτών. Εμείς το παίζαμε κάπως έτσι:



Ζωγραφίζαμε με μία κιμωλία στην αυλή ή χαράζαμε το χώμα στο έδαφος εννέα τετράγωνα όπως βλέπετε και στη φωτογραφία. Παίζαμε με τη σειρά το κάθε παιδί. Αυτός που θα ξεκινούσε πρώτος έριχνε την πέτρα μέσα στο πρώτο κουτί και πηγαίνοντας κουτσό και σπρώχνοντας την πέτρα με προσοχή περνούσε ένα – ένα όλα τα κουτιά και γύριζε πάλι πίσω προσπαθώντας να μην πατήσει τις γραμμές με το πόδι του αλλά ούτε με την πέτρα. Αν δεν τα κατάφερνε συνέχιζε ο επόμενος.


"Αγαλματάκια"

Από τα παιχνίδια που παίξαμε πολύ ως παιδιά στη γειτονιά που μεγάλωσα.



Διαλέγαμε ένα παίκτη που τα φυλούσε και γύριζε την πλάτη του στα υπόλοιπα παιδιά και έλεγε:

«Αγαλματάκια ακούνητα, αμίλητα και αγέλαστα μέρα ή νύχτα?»

Αν τα παιδιά απαντούσαν νύχτα τότε το παιδί που τα «φύλαγε» έλεγε ξανά το ίδιο. Αν έλεγαν μέρα τότε το παιδί που τα «φύλαγε» γύριζε απότομα προς το μέρος τους και έπρεπε όλα τα παιδιά να μην κουνιούνται και να σταματήσουν στη θέση που βρίσκονταν σε οποιαδήποτε στάση. Το παιδί που δεν προλάβαινε να σταματήσει και βρισκόταν ακόμη σε κίνηση έχανε και έβγαινε από το παιχνίδι. Και τελείωνε το παιχνίδι όταν τελείωναν όλα τα παιδιά ή νικητής ήταν αυτός που θα έφτανε πρώτος στη θέση που βρισκόταν το παιδί που τα φυλάει, χωρίς να χάσει.
 "Το Σχοινάκι"

Ήταν κι αυτό ένα παιχνίδι που το παίζαμε με πολλούς τρόπους.




1ος τρόπος: Δύο παιδιά κρατούν ένα σχοινάκι από τις δύο άκρες κάπως χαλαρωμένο. Αρχίζουν να γυρίζουν το σχοινάκι και ένα- ένα τα παιδιά με τη σειρά μπαίνουν στο σημείο που γυρίζει το σχοινάκι και αρχίζουν να πηδούν προσπαθώντας να μην το πατήσουν μέχρι να τελειώσει το τραγούδι που λένε για να είναι οι νικητές του παιχνιδιού:

«Μπαίνω βγαίνω, φωνάζω φιλενάδα
Από το σχολείο το δημοτικό και το ελληνικό
Που τη λένε (πχ.) Ελένη και την αγαπώ
Ως τον ουρανό και τώρα ήρθε η ώρα για να βγω».

(Αν έπαιζε αγόρι εκεί που λέει το τραγούδι φωνάζω φιλενάδα λέμε φωνάζω ένα φίλο και εκεί που λέει που την λέμε Ελένη μπορεί να πούμε για παράδειγμα που τον λέμε Γιωργάκη).




2ος τρόπος: Μια άλλη εκδοχή του παιχνιδιού είναι να κρατάει το κάθε παιδί το δικό του σχοινάκι και να αρχίσουν όλα τα παιδιά να πηδάνε ταυτόχρονα γυρίζοντας το σχοινάκι κυκλικά γύρω από τον εαυτό τους και νικητής είναι αυτός που θα μείνει τελευταίος χωρίς να πατήσει το σχοινί.



3ος τρόπος: ένα παιδί κρατάει το σχοινί από τη μία άκρη και αρχίζει να το κουνάει δεξιά – αριστερά σαν φιδάκι και το άλλο παιδί άρχιζε να πηδάει πάνω από το σχοινάκι και αν κάποια στιγμή το ακουμπούσε ή το πατούσε έχανε και άλλαζαν θέσεις.


"Πέτρα-ψαλίδι-μολύβι-χαρτί"

Ένα εύκολο παιχνίδι που βασιζόταν κυρίως στην τύχη.



Μπορούσαμε να το παίξουμε με δύο αλλά και περισσότερα άτομα. Χρησιμοποιούσαμε το ένα μας χέρι και ταυτόχρονα κουνώντας το χέρι λέμε όλοι μαζί την εξής φράση:

«Πέτρα – ψαλίδι – μολύβι – χαρτί»

Και τελειώνοντας τη φράση το κάθε χέρι έπαιρνε και το ανάλογο σχήμα.

Παράδειγμα: το χαρτί τυλίγει την πέτρα, επομένως νικητής είναι το χαρτί.
Το ψαλίδι κόβει το χαρτί, επομένως νικητής είναι το ψαλίδι.
Η πέτρα σπάει το μολύβι και το ψαλίδι, επομένως νικητής είναι η πέτρα.
Το μολύβι γράφει το χαρτί, επομένως νικητής είναι το μολύβι.

Η παραλλαγή του παιχνιδιού είναι αντί να αναφέρουμε στη φράση και τα τέσσερα αντικείμενα να αφαιρέσουμε το μολύβι και να πούμε: «Πέτρα – ψαλίδι – χαρτί».


Πολλά τα παλιά παραδοσιακά παιχνίδια που παίζαμε κάποτε και που τα περισσότερα δεν τα παίζει κανένα παιδί πια... ποιο να πρωτοθυμηθώ;

Τους βόλους, τη σβούρα, η μικρή Ελένη, το λύκο, το πετάει-πετάει, η κολοκυθιά, πινακωτή-πινακωτή, κεραμιδάκια, κρυφτοκούτι, παντομίμα... παιχνίδια που δεν χρειαζόταν να σπαταλήσεις χρήματα και υπέρογκα ποσά όπως συμβαίνει στην σημερινή εποχή μαθαίνοντας τα παιδιά μας στα πολλά και ακριβά παιχνίδια με αποτέλεσμα να μην εκτιμούν αυτά που έχουν.

Εκείνα τα χρόνια με ένα απλό τρόπο χαιρόμασταν το παιχνίδι και δεν αγχωνόμασταν ποιος θα έχει το πιο ακριβό και το πιο καλό παιχνίδι. Παίζαμε «μπακάλικο» με χρήματα τα φύλλα από τα δέντρα και πουλούσαμε μανταρίνια, λεμόνια, φακές και φασόλια από το ντουλάπι της κουζίνας μας και παίζαμε με τη μία και μοναδική κούκλα που είχαμε και της φτιάχναμε ρούχα με ότι ύφασμα είχαμε από παλιά ρούχα που δεν μας έκαναν πλέον.


Αλησμόνητες εποχές... αφιερωμένες σε όλα τα παιδιά... στα παιδιά του χθες, του σήμερα, του αύριο και σε όλους αυτούς που νιώθουν για πάντα παιδιά!!!



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

ΒΙΝΤΕΟ

[ΒΙΝΤΕΟ][bsummary]

ΘΕΜΑ

[ΘΕΜΑ][bsummary]

ΥΓΕΙΑ

[ΥΓΕΙΑ][twocolumns]

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

[ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ][twocolumns]